Απάντηση στα σχόλια που αναρτήθηκαν στο μπλογκ της κριτικής ψυχολογίας

 

Η αρνητικά διακείμενη κριτική που πρόσφατα αναρτήθηκε στο μπλογκ του δικτύου κριτικής ψυχολογίας με αφορμή το σεμινάριο «Ο ρόλος του φόβου στην παράνοια & Ξεκινώντας και στηρίζοντας μια ομάδα αυτοβοήθειας για ανθρώπους με ασυνήθιστες πεποιθήσεις» πραγματικά μας ξάφνιασε. Τους λόγους θα τους εξηγήσουμε παρακάτω. Σίγουρα οποιοδήποτε σχόλιο από όπου και αν προέρχεται, όσο αντιδραστικό ή ανεπαρκές και αν είναι, αποτελεί πάντα μια καλή ευκαιρία συζήτησης μεταξύ των μελών του δικτύου, αφορμή να ξεκαθαριστούν κάποια θέματα, κάτι που δεν είχε εδώ και καιρό και, για το λόγο αυτό, το κείμενο είναι κάπως εκτεταμένο, ίσως δυσανάλογα σε σχέση με την κριτική που μας ασκήθηκε. Η εν λόγω κριτική υπέπεσε στην αντίληψή μας 'από σπόντα', αφού ποτέ δεν μας κοινοποιήθηκε και δημοσιεύτηκε σε ένα μπλογκ που οι διαχειριστές του ξέρουν ότι απευθύνεται σε φοιτητές ή απόφοιτους ψυχολογίας και συναφών κλάδων, άρα είναι σπάνια έως ποτέ επισκέψιμο από τους ανθρώπους που φέρουν προσωπικά βιώματα Ψ καταστολής και συνιστούν τον κορμό του Δικτύου μας. Εντούτοις, δεν παύει να αποτελεί ένα δημόσιο κείμενο και ως εκ τούτου αφορμή για (ανα)στοχασμό, αλλά και μετακριτική, καθώς πρόκειται για ένα άρθρο που, όπως θα δούμε παρακάτω, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μεταλλαγμένου ακαδημαϊκού λόγου που αυτοτοποθετείται ως αυθεντία.

Σίγουρα είναι δύσκολο να εκφραστούν όλες οι σκέψεις και τα συναισθήματα που  αναδύθηκαν στη διάρκεια της συζήτησής μας, σε μια συνέλευση που φιλοδοξεί να λειτουργεί αντιιεραρχικά, να εκφράζει όλες τις φωνές της και προσπαθεί να συνθέσει τις αντιθέσεις της.

 Αν και όλες/οι μας μιλάμε από διαφορετική αφετηρία, έχουμε θέσει έναν κοινό τόπο, που συνοψίζεται στη φιλοσοφία και την κουλτούρα του Δικτύου.

Καταρχάς είναι σημαντικό να γίνουν κάποιες διευκρινήσεις που ο συντάκτης του άρθρου επέλεξε να μη λάβει υπόψη.

Ως δίκτυο στην Ελλάδα έχουμε θέσει ως βασικό άξονα της λειτουργίας μας την προαγωγή της ομότιμης υποστήριξης και την ανάδειξη του ρόλου των ανθρώπων που γίνονται ειδικοί βάσει των εμπειριών τους.

Στις εκδηλώσεις μας έχουμε θέσει ως βασική προτεραιότητα τη δημιουργία πλαισίων ασφάλειας, μέσα στα οποία αφηγήσεις που έχουν συντριβεί στη μέγγενη των ψυχιατρικών διαγνώσεων και της φαρμακευτικής καταστολής βρίσκουν ζωτικό χώρο να εκφραστούν.

Σημαντική διαφορά μας από άλλα εγχειρήματα είναι ότι δεν διακινούμαστε από μια διανοουμενίστικη ανάγκη για μια 'άλλη ψυχολογία', καθώς δεν αποτελεί αφετηρία ή καταβολή μας ένας επιστημονικός κλάδος, αλλά οι πραγματικές αγωνίες  αληθινών ανθρώπων που κατά κανόνα αντιμετωπίζονται ως αντικείμενο από αυτόν και παρόμοιους κλάδους. Όμως, αναπόφευκτα η λειτουργία μας φέρνει αλλαγές σε αυτόν το χώρο γιατί πρωτίστως ανατρέπει κυρίαρχα μοντέλα σκέψης και καθιερωμένες σχέσεις εξουσίας.

Το Hearing Voices Network (HVN) δεν διεκδικεί τα σκήπτρα οποιασδήποτε ιδεολογικοπολιτικής πρωτοπορίας και πιστεύουμε ότι όσο χρήσιμη είναι η αποδόμηση κυρίαρχων βιοψυχιατρικών και λοιπών εξουσιαστικών ιδεών, άλλο τόσο επικίνδυνη είναι η καθηλωτική αποδόμηση οποιουδήποτε εγχειρήματος τίθεται δημιουργικά εναντίον τους. Άλλωστε, η αποδόμηση των πάντων εκτός του ίδιου του αποδομούντος αποκτά νόημα μόνο σε αποστειρωμένα και αποκλειστικά πλαίσια, αντλεί υπεραξία εν είδει ακαδημαϊκών περγαμηνών και ενίοτε τροφοδοτεί καρτέλ διανοητικών ελίτ, αλλά δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα, ούτε αξία για ανθρώπους που ακούνε φωνές ή έχουν ασυνήθιστες πεποιθήσεις, υποφέρουν σοβαρά από αυτές και με κάποιο τρόπο έρχονται σε επαφή με το Δίκτυο μας.

Επίσης, αν οποιαδήποτε κριτική δεν συνοδεύεται τουλάχιστον από μια εναλλακτική και απολύτως χειροπιαστή πρόταση, στερείται σοβαρότητας. Η ριζοσπαστική θεώρηση που φαίνεται ότι αποτελεί ουτοπικό ζητούμενο για τον συντάκτη του συγκεκριμένου άρθρου, αποκτά υπόσταση τόσο μέσα στο Δίκτυο μας, όσο και σε άλλα εγχειρήματα οπωσδήποτε μέσω της πράξης.   Στον αντίποδα βρίσκεται κάθε εξ αποστάσεως και εκ του ασφαλούς κριτική η οποία καταντά επουσιώδης έως αλαζονική και ανήθικη, αλλά κυρίως παρασιτική, όταν η ύπαρξη της εξαρτάται εξ ολοκλήρου από το εκάστοτε αντικείμενο της. Ακόμα χειρότερα, έχουμε την αίσθηση ότι σε αυτή την περίπτωση ο κριτικός χρειάστηκε μέσω διαστρεβλώσεων να κατασκευάσει το ‘δικό του’ σεμινάριο και το ‘δικό του’ HVN για να μπορέσει στη συνέχεια να τα αποδομήσει. Γι’ αυτό, άλλωστε, το κείμενο του χάνει τόσο το δένδρο όσο και το δάσος, χάριν της κατασκευής και υπεράσπισης μιας επίπλαστης ριζοσπαστικής ταυτότητας του συντάκτη του.

Αν δούμε λίγο τα επιχειρήματα που αναφέρονται στο σχετικό άρθρο, θα πρέπει αρχικά να επισημάνουμε ότι τα ζητήματα των «φωνών» και της «παράνοιας» καταδεικνύουν τη δόμηση και διάρθρωση της σκέψης, όχι μόνο μέσα σε ταξικά καθεστώτα ελέγχου και επιτήρησης όπως αυτά στα οποία ζει ο λεγόμενος δυτικός κόσμος, αλλά και σε κάθε σημείο του  πλανήτη (για κάποια μέλη του δικτύου και σε άλλους πλανήτες) και προφανώς είναι θέμα όλων μας, αν και οφείλουμε πάντα να θυμόμαστε ότι δεν έχουμε υποστεί όλες/οι το ίδιο άμεσα ή με την ίδια ένταση καταστολή και έλεγχο στο σώμα ή στο νου μας, άρα η «γούνα» κάποιων έχει καεί περισσότερο.

Δεν συμφωνούμε όμως ότι η προαναφερόμενη οπτική απουσίαζε από το σεμινάριο μας. Η άποψη που ρητά εκφράστηκε ήταν ότι η ανθρώπινη εμπειρία και, ακόμα πιο συγκεκριμένα, οι παρανοϊκές ιδέες αφενός αποτελούν ένα συνεχές, αφετέρου είναι τουλάχιστον εύλογες δεδομένων των σύγχρονων πρακτικών κοινωνικού ελέγχου. Η άποψη αυτή πλαισιώθηκε και από  αρκετά παραδείγματα. Την πρώτη μέρα του σεμιναρίου επισημάνθηκε ότι στη Μεγάλη Βρετανία υπάρχουν 154 εκατομμύρια κάμερες, εκ των οποίων  τα 4  εκατομμύρια στο Λονδίνο, ενώ έγινε αναφορά στο πώς η φράση "CCTV: Looking out for you” επηρεάζει τη ζωή και τη σκέψη εκατομμυρίων ανθρώπων. Μια άλλη φωνή της συνέλευσης επισήμανε το βαθύτατα πολιτικό παράδειγμα που έφερε προς το τέλος της δεύτερης μέρας ο Peter Bullimore. Η παρουσίαση βήμα - βήμα μιας διαδικασίας κατασκευής του ‘σχιζοφρενούς’ απηχούσε πώς η κοινωνία περιθωριοποιεί τον ίδιο αλλά και τα μέλη της οικογένειας του.

 Ο Peter μίλησε επίσης για τις πρακτικές των ψυχιάτρων και των θεσμών όπως και για την εύκολα επιβαλλόμενη φαρμακευτική αγωγή, αλλά και για την κερδοσκοπία που υπάρχει πίσω από αυτό. Ο Shaun μίλησε αρκετά για την αστυνόμευση και τη χρήση βίας από τις αστυνομικές αρχές. Επίσης, είναι άδικο να θεωρείται ότι άνθρωποι σαν τον Peter και τον Shaun καλούν σε  επιστροφή σε μια ασφυκτική πραγματικότητα καθώς ο Peter Bullimore είναι άνθρωπος με ιδία εμπειρία παράνοιας και ψυχιατρικής καταστολής και όχι κάποιος θεραπευτής που έρχεται να προτείνει έξωθεν μια εναλλακτική μεθοδολογία. Κάτι τέτοιο απέχει πολύ από την αισθητικοποίηση του ανθρώπινου πόνου, ιδίως όταν είναι ο άμεσα ενδιαφερόμενος αυτός που εκτίθεται μοιραζόμενος ανοικτά την γνώση που αποκόμισε από την εμπειρία του. Είναι άδικη και ανεδαφική η σύνδεση λοιπόν με τα παραδείγματα αισθητικοποίησης της κριτικής αυτής, καθώς σε καμία περίπτωση τα συμβάντα που περιγράφονταν στις παρουσιάσεις ούτε εξωραΐζονταν, ούτε τίθονταν εκτός πλαισίου.

Για εμάς, τα παραπάνω προσδίδουν ξεκάθαρα  πολιτική διάσταση στο σεμινάριο, αναδεικνύοντας τη σύνδεση με το προσωπικό. Ήταν επιλογή των ομιλητών να αξιοποιήσουν τον περιορισμένο χρόνο τους χωρίς πολλές αναφορές στο ευρύτερο θεωρητικό – πολιτικό πλαίσιο του HVN. Αυτή τη φορά δεν συστηθήκαμε από το μηδέν ως προς τις αρχές, τους σκοπούς και τους στόχους μας. Το έχουμε κάνει πολλές φορές και με διάφορους τρόπους. Μάλιστα σχετικό άρθρο μας είχε δημοσιευτεί και στο περιοδικό που κάποτε εξέδιδε το δίκτυο Κριτικής Ψυχολογίας. Όποιες/οι ενδιαφέρονται να μας γνωρίζουν και να μας αξιολογούν ουσιαστικά, έχουν δεδομένη άμεση πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες, γι’ αυτό άλλωστε είμαστε τόσο αντιπαθείς στους θιασώτες καθαρόαιμων βιοψυχιατρικών προσεγγίσεων, χωρίς καν να έχουν έρθει στις εκδηλώσεις μας.

Το υπό συζήτηση σεμινάριο εστίασε περισσότερο στο μικροσκοπικό, το ανθρώπινο, σε τρόπους διαχείρισης του ψυχικού πόνου και της ανεύρεσης νοήματος μέσα από τραυματικές εμπειρίες που στέρησαν δομικά την ικανότητα του ατόμου να αυτοορίζεται. Η οικογένεια ή οι θεσμοί αναφέρθηκαν ως σημαντικοί φορείς εξουσίας και συχνά ως φορείς βίας. Το ότι δεν εντάχθηκε σε ένα προκαθορισμένο πολιτικό πλαίσιο δε δηλώνει την απουσία πολιτικής διάστασης, αλλά την διαφορετική εστίαση την παρούσα στιγμή. Άλλωστε, δεν πρωτοτυπούμε όταν λέμε ότι λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη το μικροπολιτικό ανθρώπινο επίπεδο. Άλλοι πριν από εμάς έχουν μιλήσει για τα εγχειρήματα εκείνα που αποπειρώνται να βάλουν στη θέση της άρνησης την πολλαπλότητα που μπορεί να συνδεθεί με τη υπέρβαση, να κάνει τον άνθρωπο φορέα δύναμης και αυτό είναι ένα ηθικό εγχείρημα που περνάει τελικά στο πολιτικό. Καθώς η πολιτική είναι αδιαχώριστη από την ηθική, η διαπραγμάτευση αυτή ξεκινάει κατ’ ανάγκη σε μικροπολιτικό επίπεδο, ανθρώπινο.  

Κατά την κουβέντα που κάναμε μετά το σεμινάριο, επιμείναμε στη θέση μας ότι δεν  υπαγορεύουμε στον κάθε ομιλητή πώς θα ταυτοποιηθεί ή θα αυτοπαρουσιαστεί. Μια διαδρομή από την κακοποίηση στην παιδική ηλικία, στη χειραφέτηση και την ανάρρωση είναι μια βαθύτατα πολιτική διαδικασία, καθώς δεν μπορεί παρά να συντελεστεί στο κοινωνικό πεδίο και τα χαρακτηριστικά της εμπεριέχουν βασικές πολιτικές αρχές και προϋποθέσεις όπως  αλληλεγγύη για την εμπλοκή κι άλλων ανθρώπων ώστε να λάβει κανείς υποστήριξη και φροντίδα, ανάληψη προσωπικής ευθύνης για την καλλιέργεια αυτοεκτίμησης, αυτοπεποίθησης, ενημερότητας και αυτοαπαδοχής την ανάκτηση ελέγχου στις ενδοπροσωπικές και διαπροσωπικές σχέσεις και βέβαια τους αναγκαίους υλικούς πόρους. Από αυτή την άποψη, σίγουρα ο Shaun αδικείται όταν γίνεται αντιληπτός σαν ένας «φυσιολογικός οικογενειάρχης» και όχι ως ένας άνθρωπος που έχει αφήσει πίσω του το κοινωνικό στίγμα μιας εφευρεμένης αόρατης αλλά απτά επιβεβλημένης ασθένειας. Εξάλλου, ένας από τους στόχους του Δικτύου είναι η ανάδειξη της αξίας του μοιράσματος προσωπικών βιωμάτων και της ανάκτησης κάθε προσωπικής ιστορίας, στα πλαίσια μιας χειραφετητικής κοινότητας. Το να μεταβείς από το κοινωνικό στίγμα του «ψυχικά πάσχοντος» και τη σιωπή (με ότι αυτό επιφέρει) σε κάποιον που αναφέρεται δημόσια και όχι θυματοποιητικά στην προσωπική του εμπειρία είναι σίγουρα ένα πολύ μεγάλο βήμα.

Θυμώνουμε, λοιπόν, όταν για οποιοδήποτε λόγο, οπισθοδρομικό ή εμπροσθοδρομικό, κεντρομώλο ή φυγόκεντρο, η βαρύτητα τέτοιων βιωμάτων υποτιμάται ή αμφισβητείται. Ακόμα περισσότερο θυμώνουμε όταν απαξιώνεται η μετουσίωση βαρύτατων τραυμάτων σε θαρραλέες αφηγήσεις που αποτελούν πηγή ενδυνάμωσης τόσο για τους φορείς τους όσο και για το ακροατήριό τους.

 Προς αποκατάσταση της αλήθειας σε σχέση με τη χρήση των όρων 'ενδυνάμωση' και  ‘εμψύχωση’, στους οποίους αναφέρεται το άρθρο του Δικτύου Κριτικής Ψυχολογίας, ξεκαθαρίζουμε ότι πρόκειται για μεταφραστική αδυναμία. Οι ομιλητές χρησιμοποιούσαν μόνο τη λέξη ‘empowerment’, η οποία ορθά αποδιδόταν ως ‘ενδυνάμωση’. Ο όρος ‘εμψύχωση’ χρησιμοποιήθηκε μόνο από ένα μέλος του ακροατηρίου κατά τη διατύπωση ενός ερωτήματος και δυσκόλεψε τη μετάφραση του στην αγγλική γλώσσα, λόγω της αδυναμίας μας να σκεφτούμε κάτι πλησιέστερο από τη λέξη ‘empowerment’, όχι λόγω της ιδεολογικής τοποθέτησης των ομιλητών. Μάλιστα,  ζητήσαμε τη συνδρομή του ακροατηρίου για τη χρήση ενός καλύτερου όρου, χωρίς να λάβουμε απόκριση. Έτσι όπως πλαισιώνεται από το Δίκτυο μας στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες, η 'ενδυνάμωση' έχει βαθύτατα και αδιαμφισβήτητα πολιτική διάσταση, καθώς αντιπαλεύει κυριάρχους κοινωνικούς κανόνες, κάποιοι από τους οποίους προστατεύουν το θεσμό της οικογένειας μέσω της υπαγόρευσης της σιωπής και της ύπαρξης ιερών μυστικών.

 Υπάρχουν μέλη του δικτύου, όπως ο Shaun, που επέλεξαν να μη σιωπήσουν και μετά ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν και η σχέση τους με το σύντροφό τους αποτελεί σημείο αναφοράς στη ζωή τους, όχι ως αποτέλεσμα κοινωνικού ντρεσαρίσματος, αλλά λόγω της συναισθηματικής αξίας της και της ουσιαστικής αποδοχής που εμπεριέχει. Υπάρχουν και άλλα μέλη του δικτύου που δεν είναι υπέρ του γάμου, προσεγγίζουν τη σεξουαλικότητά τους με τρόπο διαφορετικό και θέτουν ζητήματα έμφυλων και ετεροκανονικά προσδιοριζόμενων διαπροσωπικών σχέσεων.

 Είναι τουλάχιστον αστείο να υποστηρίζει οποιοσδήποτε ότι αυτό που πρεσβεύει ένα παγκόσμιο κίνημα όπως το HV είναι ότι ο γάμος, η επαγγελματική αποκατάσταση και ο ενστερνισμός της φυσιολογικότητας αποτελούν στόχο και σημείο ανάρρωσης. Μπορούμε να διαβεβαιώσουμε οποιονδήποτε κακεντρεχή ότι ο Shaun αφενός δεν θεωρεί τον εαυτό του πιο φυσιολογικό από έναν άνεργο ή άγαμο που έχει παρόμοιες εμπειρίες με τις δικές του, ούτε ποτέ υποστήριξε μια τέτοια άποψη, αφετέρου δεν αποδίδει καμία αξία στην έννοια της φυσιολογικότητας, αλλά αντιθέτως την έχει βιώσει ως βαρίδι στην κοινωνική ζωή του και αυτό προσπάθησε να επικοινωνήσει στο εν λόγω σεμινάριο. Σε κάθε περίπτωση, όποιος/α παρακολούθησε το σεμινάριο μπορούσε να διασταυρώσει τα παραπάνω μέσω της επικοινωνίας με κάποια από τα πολλά άνεργα και άγαμα μέλη του δικτύου μας.

Αναμφίβολα και σε πολλές/ούς από εμάς γεννήθηκε το ερώτημα σε σχέση με τις ερμηνείες επί διαφόρων φωνών και ασυνήθιστων πεποιθήσεων και κάποια μέλη του Δικτύου έθεσαν σχετικά ερωτήματα. Πιστεύουμε ότι και οι ομιλητές θα συμφωνούσαν ότι οποιαδήποτε ερμηνεία είναι θεμιτή, στο βαθμό που προσφέρεται σε ένα πλαίσιο αμοιβαίου αλληλοσεβασμού, με βασική προϋπόθεση πάντα να εστιάζει στο ίδιο το άτομο που φέρει το υπό ανάλυση και διεργασία βίωμα. Η όλη συζήτηση για το τραύμα, παρά τις επιστημολογικές δυσκολίες της, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον καθώς ζούμε σε έναν πολιτισμό που τραυματίζει, αλλοτριώνει και τελικά ισοπεδώνει. Όταν αυτό δεν εκφράζεται άμεσα από τους δυο ομιλητές,  σε καμία περίπτωση δε μας εγκλωβίζει σε μια συνθήκη ‘αισθητικοποίησης’ ή ‘ωραιοποίησης’ της γλώσσας. Και στους κόλπους του Δικτύου υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι αυτοχαρακτηρίζονται ως ‘λήπτες’ ή ‘χρήστες υπηρεσιών υγείας’, ως ‘ψυχικά ασθενείς’ ή ‘ακούοντες φωνές’, ως ‘παρανοϊκοί’ ή ‘άνθρωποι έχοντες ασυνήθιστες πεποιθήσεις’ και δεν επιβάλλουμε καμία ταμπέλα. Όσο και αν δεν συμφωνούμε με κάποιους αυτοχαρακτηρισμούς, αναγνωρίζουμε ότι δεν είναι απλό να αποβληθούν αμέσως τόσες εσωτερικευμένες επιβολές και αυτό δεν θα ανατραπεί ούτε και στην περίπτωση  επιβολής εκ μέρους μας του δικού μας κώδικα σε έναν άνθρωπο, όταν δεν είναι ακόμα έτοιμος να τον καταλάβει και να τον αποδεχτεί.

 Η διαδικασία αλλαγής για καθέναν και καθεμιά από εμάς παίρνει χρόνο και έχει διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά. Σήμερα δεν μιλάμε όπως μιλούσαμε όταν πρωτοσυναντηθήκαμε και ξέρουμε ότι η δημιουργία και εκφορά μιας δικής μας αυθεντικής γλώσσας συμβατής με τα βιώματα μας και τις αρχές του Δικτύου μας είναι μια διαδικασία διαρκούς εξέλιξης, ανάλογη της διαδικασίας χειραφέτησης μας. Όταν συνομιλούμε στην ομάδα μας, στις συνελεύσεις μας ή στις εκδηλώσεις μας, συνομιλούμε ως αλληλέγγυα αυτόνομα πρόσωπα. Στον τίτλο του σεμιναρίου επισημαίνονται αμφότεροι οι όροι ‘παράνοια’ και ‘ασυνήθιστες πεποιθήσεις’.  Χρησιμοποιούμε τους όρους αυτούς για να γίνει πιο ξεκάθαρο σε ποια βιώματα και εμπειρίες αναφερόμαστε.

 Στο σημείο αυτό τίθεται ένα σοβαρό οντολογικό ζήτημα ως προς την κριτική που μας ασκήθηκε. Για να υποθέσει κάποιος ότι ο όρος ‘ασυνήθιστες πεποιθήσεις’ ωραιοποιεί τον ψυχιατρικό όρο ‘παραληρητικές ιδέες’ εναντίον του οποίου δημιουργήθηκε, προϋποθέτει αποδοχή της ύπαρξης ενός τέτοιου σημαινόμενου εκ μέρους αυτού που κάνει την υπόθεση. Αυτό που, αντιθέτως, λέμε εμείς είναι ότι δεν υφίστανται ‘παραληρητικές ιδέες’, παρά μόνο ως μια ψυχιατρική κατασκευή. Πλέον αυτού, η ταύτιση του μη φυσιολογικού με το ασυνήθιστο είναι αποτέλεσμα αυθαίρετου συλλογισμού του συντάκτη της κριτικής.  Αυτό που το δίκτυο μας υποστηρίζει είναι ότι οποιοσδήποτε διαχωρισμός μεταξύ φυσιολογικού και μη φυσιολογικού είναι αυθαίρετος και άκυρος, άρα οι όροι αυτοί είναι άχρηστοι και παραπλανητικοί. Αντίθετα, όπως ήδη αναφέραμε, υπάρχει ένα συνεχές ανθρώπινων εμπειριών, κάποιες από τις οποίες είναι ευρύτατα διαδεδομένες και άλλες εξαιρετικά ασυνήθιστες. Η συχνότητα εμφάνισης μιας εμπειρίας δεν μπορεί να αποτελεί μέτρο φυσιολογικότητας, ούτε πολιτικής ορθότητας. Σε αυτό το σημείο δεν χωράνε γενικεύσεις γιατί το σύστημα πεποιθήσεων κάθε ατόμου αποτελεί μοναδική περίπτωση.

Ο συγγραφέας του εν λόγω άρθρου φτάνει στο σημείο να δηλώσει ότι ο όρος ‘ασυνήθιστες πεποιθήσεις’ προσφέρει ασυλία σε φασιστικές ιδέες και στην υπεράσπιση θέσεων της Χρυσής Αυγής. Το σχόλιο αυτό είναι το λιγότερο άστοχο, δεδομένης της μεγάλης απήχησης των απόψεών της Χρυσής Αυγής στο γενικό πληθυσμό, η οποία δεν αποτελεί τοπική ή ιστορική πρωτοτυπία. Ο φασισμός ήταν ανέκαθεν διάχυτος σε πολλές κοινωνίες και σίγουρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ‘ασυνήθιστη πεποίθηση’. Ιδίως, μάλιστα, όταν κάποιος είναι σε θέση να διακρίνει παντού, κατά το παράδειγμα του Benjamin, υπόρρητα και διάχυτα φασιστικά στοιχεία.

Για να το πούμε και με την εκλαϊκευμένη γλώσσα μας και χωρίς καμία αναφορά, μακάρι οι απόψεις και θέσεις της Χρυσής Αυγής και ανάλογων φασιστικών μορφωμάτων να ήταν όντως ασυνήθιστες. Αντιθέτως, είναι ευρύτατα διαδεδομένες στον αποδεκτό από την ψυχιατρική ως 'φυσιολογικό' πληθυσμό και δεν συνιστούν ταξινομητικό κριτήριο για την ψύχωση ή οποιαδήποτε άλλη ταμπέλα. Το να πιστεύεις, όμως, ότι σε απήγαγαν εξωγήινοι είναι όντως ασυνήθιστο και συνεχίζουμε να υποστηρίζουμε ότι το να χαρακτηριστεί έτσι αντί για ‘παραλήρημα’ είναι μια πράξη αντίστασης στην ψυχιατρική εξουσία. Αν δεν ήταν, φανταζόμαστε ότι δεν θα ενοχλούσε τόσο πολύ και τους εκπροσώπους της.

Ο όρος πεποίθηση μπορεί να είναι απολύτως πολιτικός, όπως φανερώνει η πλούσια βιβλιογραφία από το πεδίο της πολιτικής επιστήμης περί συστημάτων πεποιθήσεων, όσο και καθόλου, όπως συμβαίνει σε διάφορες περιπτώσεις ασυνήθιστων πεποιθήσεων. Ο τρόπος που πλαισιώνεται μια  'πεποίθηση' της προσδίδει περισσότερο πολιτική ή ψυχολογική διάσταση, όχι η ίδια η λέξη αυτή καθαυτή. Τέλος, υπάρχουν περιπτώσεις ασυνήθιστων πεποιθήσεων στις οποίες παρεισφρέουν φασιστικά ή αντιδραστικά στοιχεία του έξω κόσμου και εντάσσονται σε ένα καθαρά αυτοκαταστροφικό ρεπερτόριο. Το να θεωρηθεί φασίστας ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε αυτή τη θέση θα ήταν τουλάχιστον αφελές. Τέτοια παραδείγματα μας υπενθυμίζουν ότι χρειάζεται μεγάλη προσοχή όταν ερχόμαστε σε επαφή με τον ανεξέλεγκτο πόνο κάποιου ανθρώπου και τις στρεβλές ιδέες με τις οποίες τον πλαισιώνει. Εν κατακλείδι, είμαστε σε θέση να ξεχωρίζουμε τους φασίστες από τους μη φασίστες, καθώς και τις πολιτικές από τις μη πολιτικές πεποιθήσεις και τα σχετικά όρια μας είναι ξεκάθαρα.

Κάθε δίκτυο που αποτελείται από ικανό αριθμό ανθρώπων για να χαρακτηρίζεται ως τέτοιο, αποτελείται από πολλούς διαφορετικούς αντιφατικούς και πολύπλοκους ανθρώπους. Το Δίκτυο μας έχει πολιτική διάσταση, αλλά δεν είναι πολιτική σέκτα, πράγμα που σημαίνει ότι συναντιούνται σε αυτό άνθρωποι με διαφορετικές απόψεις περί θρησκείας, σεξουαλικότητας, ταξικών σχέσεων κλπ. Δεν υποδεχόμαστε ως πεφωτισμένοι καθοδηγητές τις αγωνίες των ανθρώπων που απευθύνονται σε εμάς, ούτε διαγράφουμε τα μέλη μας ή τις φωνές τους κατά τα πρότυπα σταλινικών, καταστασιακών ή άλλων οργανώσεων γιατί ξέρουμε ότι κάτι που μας διαφοροποιεί από άλλα εγχειρήματα είναι η συνεχής προσπάθειά μας να είμαστε αυθεντικοί και ξεκάθαροι ως προς τις ιδιότητές μας και αυτό που μπορούμε να προσφέρουμε.

Δεν ασκούμε κριτική απλώς, ούτε θεωρητικολογούμε, αλλά διαμορφώνουμε το δικό μας πρακτικό παράδειγμα. Αυτό που είμαστε και κάνουμε δεν τους χωράει όλους, δεν μπορεί να καλύπτει ανάγκες άσχετες με την προσέγγισή μας και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από ανθρώπους που σκέφτονται ανελεύθερα, αγκυλωμένα ή εξουσιαστικά, είτε πρόκειται για φασίστες, είτε για αυτόκλητους θεματοφύλακες της ριζοσπαστικής διανόησης.

Εδώ θα επαναλάβουμε, για την περίπτωση που δεν είναι ήδη σαφές, ότι οι καθόλου ασυνήθιστες συντηρητικές ή ακροδεξιές πολιτικές θέσεις ενός ανθρώπου που ταυτόχρονα ταλαιπωρείται από παρανοϊκές ιδέες, εκ των πραγμάτων δεν είναι αποδεκτές από το Δίκτυο. Η αντίφαση τελικά είναι του ίδιου του κριτικού, ο οποίος ενώ κατ' αρχήν τίθεται ενάντια στην ψυχολογιοποίηση πολιτικών θέσεων, όταν θέλει να δώσει ισχύ στα δικά του επιχειρήματα, τις αντιμετωπίζει ως τέτοιες.

Σε κάθε περίπτωση, ο ρατσισμός, ο σεξισμός και άλλα δυσάρεστα φαινόμενα είναι διάχυτα στην κοινωνία που ζούμε. Επίσης, συχνά παρατηρείται το φαινόμενο οι άνθρωποι εκείνοι που εξωστρακίζονται κοινωνικά να προσπαθούν να βρουν το δικό τους αποδιοπομπαίο τράγο, σε μια διεστραμμένη προσπάθεια κατασκευής μιας πιο αποδεκτής ταυτότητας μέσω της διαφοροποίησης τους από άλλες περιθωριοποιημένες ομάδες. Η εσωτερίκευση κοινωνικών νορμών δεν σπάει από τη μια στιγμή στην άλλη και σίγουρα όχι με πολιτικούς ινστρούκτορες και αγκιτάτορες. Η συνάντηση με αληθινούς ανθρώπους με αληθινά ζόρια θέτει πάντα σε ρίσκο τη δογματική καθαρότητα που αποτελεί λάβαρο διαφόρων θεωρητικών. Ευτυχώς για εμάς, η θεωρία δεν υπαγορεύει την πράξη ούτε καθορίζει το βίωμα, αλλά αντίθετα αποτελεί προϊόν των εμπειριών των ανθρώπων που συνιστούν αυτό το Δίκτυο.

Τελικά, πέρα από την ενθάρρυνση που λάβαμε να ανοίξουμε μια συζήτηση, υπήρξαν φωνές που είδαν την κριτική άδικη, εμπαθή,  κακεντρεχή, επιτηδευμένη  και επιφανειακή. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί προκύπτουν γιατί, όπως ήδη είδαμε, αυτή η κριτική διαστρεβλώνει λόγους και γεγονότα, αποτελεί προϊόν επιλεκτικής ακρόασης, δεν ενδιαφέρεται για διάλογο -καθώς δεν απευθύνθηκε ποτέ σε εμάς τους ίδιους- κάνει επικίνδυνες γενικεύσεις, υποτιμά αφηγήσεις που αφορούν σε εξαιρετικά επώδυνες εμπειρίες και δεν λαμβάνει υπόψη την πραγματικότητα. Μέσα σε ένα κείμενο μόλις 1300 λέξεων, ο συντάκτης του βρήκε την ευκαιρία να προχωρήσει στις προσφιλείς σε ένα μέρος της ελληνικής διανόησης γενικεύσεις που προκρίνουν την ευκολία του εύρους εις βάρος του βάθους και άνοιξε θέματα περί της κατ’ ευφημισμό πολιτικής τέχνης, της περίπτωσης των ψυχολόγων στην Υπατία κοκ. Έτσι, δεν μας είναι σαφές αν κάποιες αναφορές του, π.χ. περί ‘μπόλικου πολιτικού αερολογείν’ αφορούν και σε εμάς, γιατί τότε έχει μεγάλο ενδιαφέρον το πώς η κριτική που ασκεί κάποιος από τη θέση της υποτιθέμενης εμπροσθοφυλακής της ψυχολογίας ταυτίζεται απόλυτα με τις κυρίαρχες ψυχιατρικές θέσεις αναφορικά με το λόγο και τα επιχειρήματα του Δικτύου μας.

Ίσως κάποια σχόλια μας να αδικούν το συντάκτη, ίσως πάλι να είναι αποτέλεσμα παρανοϊκών σκέψεων που γεννιούνται όταν νιώθεις ότι σε 'παρακολουθούν'. Γιατί πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς αυτό πού νιώσαμε όταν διαπιστώσαμε ότι κάποιος/α που παρακολούθησε το σεμινάριο στο οποίο, όπως και σε όλα όσα έχουμε διοργανώσει, φροντίζουμε να δημιουργούμε δυνατότητες ανοικτής συνδιαλλαγής, δε μπήκε καν στον κόπο να ανοίξει μια κουβέντα με κάποια από εμάς σε ένα διάλειμμα αν δεν ήθελε να εκφραστεί ανοικτά, να μοιραστεί τους προβληματισμούς του και  τα ερωτήματά του/της τη στιγμή που κατ' επανάληψιν το ζητήσαμε. Δε γνωρίζουμε αν αυτό απηχεί  ένα κομμάτι μιας γενικότερης τάσης της εποχής μας όπου το πληκτρολόγιο υποκαθιστά το δημόσιο λόγο και η ανωνυμία των  σχολιαστών του διαδικτύου έχει πάρει χαρακτήρα επιδημίας, ειδικά όταν αντιπαρατίθεται σε ανθρώπους που μιλάνε ανοικτά για το βιασμό και την κακοποίηση τους.

Δεδομένου ότι αρκετοί από εμάς έχουν κακοποιηθεί, μπορούμε να αναγνωρίσουμε την ανάγκη του συντάκτη να μιλήσει για μια κακοποιητική κοινωνία όπως είναι η σύγχρονη καπιταλιστική νεοφιλελεύθερη εκδοχή της και μπορούμε να τον ακούσουμε. Από την άλλη, νιώθουμε ότι γίνεται ο ίδιος κακοποιητικός μέσω του λόγου του και είναι σαν να ζητάει κάτι χωρίς να προσφέρει τίποτα,  πέρα από μια κριτική που για κάποιες/ους από εμάς είναι δυσνόητη, και με ένα τρόπο αναπαράγει ένα μοντέλο κάποιου που από μακριά κρίνει.

 Η κριτική του είναι δυσνόητη όχι λόγω δικών μας γνωσιακών αδυναμιών, αλλά επειδή επιχειρεί να μας ‘φορέσει’ με το ζόρι από τα πάνω κώδικες, σημασίες και ερμηνείες που δεν έχουν καμία σχέση με τον τρόπο που εμείς δρούμε, μιλάμε και το νόημα που αποδίδουμε στο λόγο μας και στις πράξεις μας. Η κριτική του μας ωθεί να τοποθετηθούμε από τη θέση του ψυχολόγου ή του αναρρώσαντα πρέσβη της φυσιολογικότητας, πράγμα αδύνατο γιατί απλούστατα δεν πουλάμε ούτε την ψυχολογία που έχει υπόψη, ούτε φυσιολογικότητα, αλλά ούτε και πολιτική ή φτηνό ριζοσπαστισμό.  

Η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που έχουν γίνει μέλη του HVN ή έχουν έρθει σε επαφή με το HVN, έχουν υποστεί κάποιο είδος σοβαρής κακοποίησης, η οποία επέστρεψε ή παρέμεινε στη ζωή τους με τη μορφή βίαιων φωνών ή ασυνήθιστων πεποιθήσεων. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι με διαφορετικές εμπειρίες. Όσες/οι παρακολουθούν από κοντά τις συζητήσεις και τις δραστηριότητες του HVN γνωρίζουν καλά ότι το ζήτημα του τραύματος έχει απασχολήσει πολλές ομάδες ανά τον κόσμο. Είναι αλήθεια ότι σχεδόν μονοπωλεί τις εξηγήσεις και ερμηνείες για τις φωνές και συναφή φαινόμενα. Είναι ενδιαφέρον να διερευνηθεί γιατί αυτές και αυτοί που δραστηριοποιούνται πιο ενεργά στο HVN, αλλά και στο χώρο της ψυχικής υγείας εν γένει, είναι κυρίως άνθρωποι τα ασυνήθιστα ψυχικά βιώματα των οποίων οφείλονται σε  εξαιρετικά τραυματικές εμπειρίες και κατά συνέπεια τείνουν να συνάγουν ερμηνείες που εστιάζουν στο τραύμα, λόγω της προσωπικής τους εμπλοκής, αποκλείοντας ίσως τυχόν εναλλακτικές προσεγγίσεις. Επίσης, χρήζει διερεύνησης το γιατί εκείνοι που συνήθως κόπτονται περισσότερο για τις ευαίσθητες κεραίες τους σε σχέση με την πολιτικοκοινωνική διάσταση διαφόρων ασυνήθιστων ψυχικών εμπειριών, όπως και ο κριτικός μας, δεν είναι άνθρωποι που υποφέρουν οι ίδιοι από τέτοιες εμπειρίες, ούτε έχουν υποστεί ψυχιατρική καταστολή, αλλά αντιθέτως διατυπώνουν τις απόψεις τους από μια θέση ασφαλούς απόστασης για βιώματα που ουσιαστικά τους είναι ανοίκεια. Υποθέτουμε ότι ένας βιασμός από τον ίδιο το γονιό σου είναι πολύ πιο επώδυνος και ικανός να συντρίψει και οι φωνές ή οι ασυνήθιστες πεποιθήσεις που ακολουθούν, πέρα από τις κοινωνικοπολιτικές διαστάσεις τους, έχουν και έναν χαρακτήρα πολύ μοναχικό για το άτομο που τις βιώνει στο πετσί του.

Αυτή η κριτική αποτέλεσε αφορμή για εμάς να ξαναδούμε κάποια πράγματα. Καταρχάς την  ανάγκη να γράψουμε και να μιλήσουμε περισσότερο και ευρύτερα. Ίσως αυτό να δώσει την αφορμή να εμπλουτιστεί η στήλη 'απόψεις' στην ιστοσελίδα μας με τη δημοσίευση και άλλων άρθρων ή απλών σκέψεων ξεκινώντας από την κριτική και την απάντησή μας. Επίσης έδωσε την αφορμή για αναστοχασμό που ίσως μέσα στην επιδίωξη μας 'να κάνουμε εκδηλώσεις' είχαμε ξεχάσει ως συνέλευση (όχι όμως και ως ομάδες αυτοβοήθειας). Τέλος αποτελεί ένα ερώτημα για εμάς πώς θα κατεβάσουμε τη συζήτηση για τις φωνές και την παράνοιά μας από τις οθόνες του υπολογιστή στο δημόσιο (μη ψηφιακό) χώρο εκεί που η συνδιαλλαγή μπορεί να γίνει αναλογική και άρα να ανοίξει επιπλέον δυνατότητες.

Πριν κλείσουμε, θα θέλαμε να επαναλάβουμε ότι το δίκτυο μας δεν αποτελείται από ένα μάτσο 'ειδικών' επαγγελματιών αλλά είναι μια ομάδα από ανθρώπους που πάσχουν, από συγγενείς και φίλους ατόμων με παράξενες πεποιθήσεις και βιώματα και από επαγγελματίες του χώρου ψυχικής υγείας που πλαισιώνουν από ανθρώπινο ενδιαφέρον αυτή την προσπάθεια. Λειτουργούμε σε μια βάση ισοτιμίας, σεβασμού και ανοικτού διαλόγου και αλληλοσυμπληρώματος. Αυτό είναι κάτι εξαιρετικά σημαντικό σε χώρους που γνωρίζουμε πολύ καλά ότι το στίγμα της ψυχικής νόσου αφαιρεί μεγάλο μέρος της αυτοδιάθεσης των ατόμων και τους καθιστά συχνά έρμαιο της εξουσίας του ψυχιατρικού και οικογενειακού θεσμού. Η ανάγκη λοιπόν να ακούσουμε τις φωνές και τα πολλαπλά νοήματά τους, όπως επίσης να ακουστούμε με όρους ισότιμους και αποδοχής, συχνά σε πολύ δύσβατα τοπία της ύπαρξης μας, είναι κάτι που διατρέχει την φιλοσοφία μας,  κάτι που απέχει πολύ από την αποστασιοποίηση ή την υστεροβουλία που ενέχει η οποιαδήποτε αισθητικοποίηση του ανθρώπινου πόνου. Και αν η πολιτική στάση του Δικτύου δεν τονίστηκε επαρκώς σε αυτό το σεμινάριο, η τόλμη και ειλικρινής έκθεση απόψεων και βιωμάτων φανερώνει ξεκάθαρα κάποιες από τις αρχές του, κάτι που η παρουσία-απουσία και ανωνυμία του συντάκτη της εναντίον μας κριτικής ξεκάθαρα στερείται.

 

Δίκτυο Ακούγοντας Φωνές Αθήνας

Πρόσθετες πληροφορίες